Εργατικό Δίκαιο – Δικηγόρος Εργατολόγος Αθήνα

ergatiko

Το εργατικό δίκαιο συνιστά έναν αυτόνομο πλέον κλάδο δικαίου που αποτελεί κατηγορία του ιδιωτικού δικαίου. Αρχικά αποτελούσε τμήμα του αστικού δικαίου και συγκεκριμένα του ενοχικού δικαίου και με το πέρασμα των χρόνων απέκτησε τη δική του αυθυπαρξία. Ο δικηγόρος εργατολόγος θα αξιολογήσει εξατομικευμένα την δική σας υπόθεση. Το βασικότερο αντικείμενο του εργατικού δικαίου είναι η σχέση της εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα οι σχέσεις και οι δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη. Θα πρέπει να καταστεί σαφές πως στο εργατικό δίκαιο δε περιλαμβάνεται η παροχή ανεξάρτητης εργασίας, ούτε οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών δημοσίων υπαλλήλων.

Δικηγόρος Εργατολόγος Αθήνα με Πείρα και Αφοσίωση

Το εργατικό δίκαιο αποτελεί το σύστημα νόμων, που είναι αρμόδιο για την εύρυθμη λειτουργία των εργασιακών σχέσεων που αναπτύσσονται στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Εξαρτημένη είναι η εργασία, κατά την οποία ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη αναφορικά με τον τρόπο, χρόνο, τόπο ή το είδος της παροχής εργασίας. Οι εξειδικευμένοι εργατολόγοι στην Αθήνα θα σας βοηθήσουν με απόλυτη ακρίβεια για τις επόμενες κινήσεις. Επικοινωνήστε μαζί μας.

 Στην εξαρτημένη εργασία, ο εργαζόμενος θέτει την εργασία του στη διάθεση του εργοδότη, δίχως να έχει ευθύνη για το αποτέλεσμα αυτής, ακόμα και αν λόγω των ειδικών προσόντων του και της υψηλής ή εμπιστευτικής θέσης που κατέχει στην επιχείρηση, συμμετέχει στη λήψη σοβαρών εργοδοτικών αποφάσεων ή διαθέτει περισσότερες διοικητικές πρωτοβουλίες. 

Είναι αρκετά σύνηθες στα πλαίσια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, να δεσμεύεται η επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου και για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το ωράριο του, κάτι για το οποίο φυσικά έχει προνοήσει το εργατικό δίκαιο με την επιβολή ορίων στη πραγματοποίηση, υπερεργασίας ή υπερωρίας από τον εργαζόμενο.

Το εργατικό δίκαιο προβαίνει σε διάκριση μεταξύ σύμβασης εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου:

Eιδικότερα, ως αορίστου χρόνου εργασία ορίζεται αυτή κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η διάρκεια αυτή μπορεί να προσδιοριστεί από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Ο ειδικός Δικηγόρος Εργατολόγος Κωνσταντίνος Καμουζής είναι δίπλα σας με αμεσότητα.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι, πως η λύση της εξαρτάται από ένα μέλλον και αβέβαιο γεγονός. 

Στον αντίποδα, ορισμένου χρόνου είναι η σύμβαση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει, πως η σύμβαση δε θα εκτείνεται αόριστα αλλά θα έχει ορισμένη διάρκεια, το χρονικό διάστημα της οποίας μπορεί να συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Επισημαίνεται πως δεν απαιτείται καταγγελία, προειδοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τα μέρη, όταν παρέλθει το ορισθέν χρονικό διάστημα της συμβάσεως ορισμένου χρόνου.

Επιτρέπεται η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας;

O εργοδότης δε δικαιούται να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της εργασίας, χωρίς να του επιτρέπεται από το νόμο, τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή την ατομική σύμβαση εργασίας. Βλαπτική θεωρείται αυτή η μεταβολή, όταν έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την υλική βλάβη του εργαζομένου, αλλά ενίοτε και την ηθικής βλάβη του. Η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, διακρίνεται σε αυτή που επέρχεται άνευ συγκαταθέσεως του εργαζομένου και στη συμφωνημένη επί της συμβάσεως ως δυνατότητα του εργοδότη.

Ποια είναι τα δικαιώματα του εργαζομένου επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας;

Ο εργαζόμενος σε περίπτωση που υφίσταται μονομερή βλαπτική μεταβολή, δικαιούται να αποκρούσει τη μεταβολή και να αξιώσει τη τήρηση των όρων εργασίας, όπως ήταν πριν τη μεταβολή και επί μη αποδοχής του εργοδότη, δύναται να αρνηθεί τη παροχή υπό τις νέες συνθήκες και να ζητήσει τη καταβολή μισθών υπερημερίας ή μπορεί να θεωρήσει τη μεταβολή ως καταγγελίας της σύμβασης ή δύναται να αποδεχτεί τη μεταβολή και αν η μεταβολή είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν βλαπτικές συνθήκες για τη προσωπικότητα του, δύναται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Τι είναι η ηθική παρενόχληση γνωστή και ως mobbing;

Ως mobbing ορίζεται ηθική παρενόχληση των εργαζομένων στο χώρο εργασίας τους. Στο mobbing συμπεριλαμβάνεται κάθε είδους καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται προφορικά, γραπτά ή με πράξεις και μπορεί να ζημιώσει την αξιοπρέπεια, τη προσωπικότητα ή ακόμα τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου και να οδηγήσει σε διατάραξη του εργασιακού κλίματος ή να θέσει την εργασία του σε κίνδυνο.

Πως μπορεί να προστατευθεί το θύμα ηθικής παρενόχλησης κατά την εργασία (mobbing);

Θα πρέπει ο παθόντας εργαζόμενος, αρχικά να αναφέρει τα περιστατικά που τον φέρουν σε αυτή τη δυσχερή θέση στον εργοδότη του. Στη συνέχεια, θα πρέπει να απευθυνθεί στη συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης στην οποία ανήκει, να επικοινωνήσει άμεσα με την επιθεώρηση εργασίας ώστε να τη καταστήσει ενήμερη και να πραγματοποιήσει αγωγή για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης στα δικαστήρια.

Ποιες είναι οι υποχρεώσεις και ποια τα δικαιώματα του εργοδότη;

O εργοδότης υποχρεούται, να καταβάλλει την αμοιβή των εργαζομένων εμπρόθεσμα, να λαμβάνει κάθε μέτρο που είναι απαραίτητο ώστε να εξασφαλίζονται από κάθε κίνδυνο τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας, να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας, να επιθεωρεί αν εφαρμόζονται ορθά τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να ενδιαφέρεται για την υγεία των εργαζομένων του με βάση τους επαγγελματικούς κινδύνους που εκτίθενται και εν γένει να τηρεί στο ακέραιο την υποχρέωση πρόνοιας που έχει για το προσωπικό του. Η συμβουλευτική για τις επόεμενες ενέργειες σας από έναν ειδικό δικηγόρο εργατολόγο στην Αθήνα, είναι το σημείο κλειδί.

Ο εργοδότης δικαιούται να ασκεί το διευθυντικό του δικαίωμα, το οποίο πηγάζει από τη φύση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και θα πρέπει να ασκείται καλόπιστα, έχει το δικαίωμα να αξιώνει την έντιμη συμπεριφορά του εργαζόμενου στον ίδιο και στην επιχείρηση του, δικαιούται αποζημίωσης σε περίπτωση που ο εργαζόμενος του προξένησε ζημία από δόλο ή αμέλεια, έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας τηρώντας όμως όλες τις διατυπώσεις που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία και δικαιούται να χαίρει του σεβασμού του εργαζομένου του και να μη δρα ο εργαζόμενος του κακόπιστα σε βάρος της επιχείρησης του.

Ποιες είναι οι υποχρεώσεις και ποια τα δικαιώματα του εργαζόμενου;

Οι βασικότερες υποχρεώσεις του εργαζόμενου είναι, να αναλαμβάνει τα καθήκοντα του στα πλαίσια της εργασιακής σχέσης, να έχει ευπρεπή παρουσία, να φέρεται ευπρεπώς σε οποιονδήποτε συναναστρέφεται με την επιχείρηση, να παρουσιάζεται υποχρεωτικώς στον προβλεπόμενο τόπο και χρόνο που έχει συμφωνηθεί και να αναχωρεί εκ της εργασίας του στον συμφωνηθέντα χρόνο.

Τα βασικότερα δικαιώματα του εργαζόμενου που προασπίζει το εργατικό δίκαιο είναι να λαμβάνει οικονομικό αντάλλαγμα, σύμφωνο με την εργατική νομοθεσία για τις υπηρεσίες που παρέχει στον εργοδότη, εντός των ημερομηνιών που έχουν συμφωνηθεί στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος να απασχολείται σε θέση που αντιστοιχεί με το αντικείμενο εξειδίκευσης του και σύμφωνα με την ειδικότητα προσλήψεως του, δικαιούται να λαμβάνει τις άδειες, είτε άνευ είτε μετά αποδοχών που δικαιούται, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία και φυσικά να αντιμετωπίζεται από τον εργοδότη του με σεβασμό.

Ποιες άδειες προβλέπει το εργατικό δίκαιο;

To εργατικό δίκαιο αναφέρει, κάθε άδεια που δικαιούται ένας εργαζόμενος σύμφωνα με τη χρονική διάρκεια που απασχολείται στον συγκεκριμένο εργοδότη, καθώς και με το είδος του προβλήματος που αντιμετωπίζει και θα πρέπει να απουσιάζει από την εργασία του.

Κανονική άδεια: τη λαμβάνουν όλοι οι εργαζόμενοι που έχουν συμβληθεί, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η χορήγηση αυτής της άδειας από τον εργοδότη γίνεται αναλογικά, με το χρονικό διάστημα που έχει απασχοληθεί ο εργαζόμενος στο συγκεκριμένο εργοδότη. Ως βάση της έχει της 20 μέρες επί πενθήμερης εργασίας και τις 24 μέρες επί εξαήμερης εργασίας και το διάστημα αυτής προσαυξάνεται, αναλογικά με τα έτη απασχόλησης του εργαζόμενου.

Πέρα όμως από τη κανονική άδεια, το εργατικό δίκαιο προβλέπει την άδεια γέννησης τέκνου, την άδεια τοκετού και λοχείας, την άδεια γάμου, την άδεια θηλασμού και φροντίδας τέκνων, την ειδική άδεια προστασίας μητρότητας, τη γονική άδεια ανατροφής τέκνου, την ειδική άδεια για μονογονεϊκές οικογένειες, την άδεια για ασθένεια μελών οικογένειας, την άδεια σχολικών επιδόσεων τέκνων, την άδεια για μετάγγιση αίματος/αιμοκάθαρση, την άδεια λόγω AIDS, την άδεια λόγω θανάτου συγγενούς, την άδεια σπουδών, την εκλογική άδεια, την άδεια αναπήρων κ.α.

Τι ορίζεται ως εργατικό ατύχημα;

Εργατικό είναι το ατύχημα που συμβαίνει στον εργαζόμενο, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την εργασία του και το οποίο οφείλεται σε αιφνίδιο και βίαιο γεγονός, που συνεπάγεται ανικανότητα για εργασία ή ακόμα και θάνατο του εργαζομένου. 

Βίαιο γεγονός, σημαίνει να υπάρχει έκτακτη και αιφνίδια επίδραση εξωτερικού παράγοντα, ανεξάρτητα με την οργανική κατάσταση του εργαζόμενου. Οι σχετικές με τα εργατικά ατυχήματα διατάξεις καλύπτουν τρεις περιπτώσεις ατυχημάτων:

Όσα γίνονται κατά τη διάρκεια της εργασίας, όπως είναι για παράδειγμα ο τραυματισμός του εργαζόμενου λόγω πτώσης κατά την εργασία, όσα συνέβησαν με αφορμή την εργασία, όπως είναι για παράδειγμα το τροχαίο για τη μετάβαση στην εργασία και τα ατυχήματα που οφείλονται σε επαγγελματική ασθένεια, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην εργασία.

Τι ισχύει σε περίπτωση παραίτησης- Οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζόμενου;

Σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας καταγγελθεί από τον εργαζόμενο αυτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά και στην περίπτωση της, ο εργοδότης δεν οφείλεται αποζημίωση απολύσεως. Ωστόσο σε κάθε περίπτωση, ο εργαζόμενος κατά την αποχώρησή του από την εργασία δικαιούται, σε περίπτωση βέβαια που δεν έχει λάβει την ετήσια άδειά του, αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς και όλων των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων του.

Τι δικαιούται ο εργαζόμενος σε περίπτωση απόλυσης του;

Σε περίπτωση που καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας από τη πλευρά του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης, με εξαίρεση την περίπτωση στην οποία απολυθεί εντός του πρώτου έτους από την ημερομηνία έναρξης της συμβάσεως, καθώς αυτό το χρονικό διάστημα θεωρείται δοκιμαστική περίοδος. Το ποσό που δικαιούται εξαρτάται από τη διάρκεια της απασχόλησης του, μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Πότε μια απόλυση είναι καταχρηστική;

Eνδεικτικές περιπτώσεις καταχρηστικών απολύσεων είναι αυτές που πραγματοποιούνται, σε περίπτωση υπερβάσεως της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών όπως συμβαίνει για παράδειγμα για λόγους εκδικήσεως ή ζηλοφθονίας, σε περιπτώσεις όπου απολύεται ο εργαζόμενος γιατί διεκδικεί δικαστικά τις αξιώσεις του, σε περιπτώσεις που ο εργοδότης απαιτεί να πραγματοποιήσει ή να ανεχθεί ο εργαζόμενος παράνομες πράξεις κ.α.

Πότε μια απόλυση είναι άκυρη; – Δικηγόροι Εργατολόγοι Αθήνα με Πείρα

Άκυρη είναι η απόλυση, κατά την οποία η απόλυση που πραγματοποιήθηκε απαγορεύεται ρητά από τη νομοθεσία. Τέτοιες περιπτώσεις άκυρων απολύσεων είναι, η απόλυση εγκύου τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και χρονικό διάστημα τουλάχιστον 18 μηνών μετά το τοκετό, η απόλυση εργαζομένου που βρίσκεται σε άδεια, η απόλυση στρατευμένου, η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών άνευ προηγούμενης αποφάσεως αρμόδιας επιτροπής, η απόλυση των ΑμΕΑ άνευ αποφάσεως αρμόδιας επιτροπής.

Το εργατικό δίκαιο κωδικοποιεί την εξαρτημένη εργασία από την αρχή μέχρι το τέλος της. Συγκεκριμένα, αναφέρει στις πολυάριθμες διατάξεις του τους ισχύοντες νόμους για την ίδρυση, τη λειτουργία, τις μεταβολές και τη λήξη κάθε παροχής εξαρτημένης εργασίας. Επιπρόσθετα, ασχολείται με την επιχείρηση στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η σχέση εργασίας, με το καθεστώς εκμετάλλευσης, με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθώς και με τον ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων. 

Τα βασικότερα χαρακτηριστικά του εργατικού δικαίου είναι τα ακόλουθα:

1) Αποτελεί δίκαιο ιδιότυπο καθώς ενώ ξεκίνησε από το αστικό δίκαιο απέκτησε ταχύρρυθμα  τις δικές του πηγές, αρχές και θεσμούς που το κάνουν να διακρίνεται από τους άλλους κλάδους δικαίου.

2) Στο εργατικό δίκαιο αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις συλλογικές ρυθμίσεις, όπως είναι η συλλογική διαπραγμάτευση και η κατάληξή της και με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

3) Παρέχει ιδιαίτερη έμφαση στη προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων ως κοινωνικά όντα με συγκεκριμένη θέση και δικαιώματα στον άξονα της παραγωγική διαδικασίας.

4) Εναρμονίζεται με τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές εντός των οποίων αναπτύσσονται οι εργασιακές σχέσεις, παρουσιάζοντας έντονο κοινωνικό χαρακτήρα ισορροπώντας τα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ μισθωτών και εργοδοτών.

5) Έχει διεθνή χαρακτήρα σε αντίθεση με τους λοιπούς κλάδου δικαίου καθώς διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό και από το διεθνές πεδίο εργασίας. Όταν μια διεθνής σύμβαση εργασίας επικυρωθεί από μια χώρα τότε ενσωματώνεται στο κρατικό δίκαιο, φαινόμενο που συμβαίνει αρκετά συχνά στο εργατικό δίκαιο.

Οι βασικές αρχές του εργατικού δικαίου είναι οι εξής:

1) Η αρχή της κοινωνικής προστασίας, που καθιστά την εργασία κοινωνικό δικαίωμα υπό τη προστασία του εργατικού δικαίου.

2) Η αρχή της προστασίας της προσωπικότητας, που επιβάλλει υποχρεώσεις στους εργοδότες και περιορίζει τα δικαιώματα τους ώστε να προστατευθεί το αδύναμο σκέλος της εργασιακής σχέσης δηλαδή ο μισθωτός.

3) Η αρχή της ελευθερίας της εργασίας, σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα επιλογής σε ποιόν εργαζόμενο θα προσφέρει την εργασία του καθώς και αν θα εργαστεί. Φυσικά αν αποφασίσει να εργαστεί θα πρέπει να υπακούσει στο διευθυντικό δικαίωμα όσο βέβαια αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά.

4) Η αρχή της κοινωνικής αυτονομίας, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η δυνατότητα το εργαζομένων δια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας να θεσπίζουν κανόνες δικαίου και να επιλύουν μόνοι τους τις μεταξύ τους διαφορές.

5) Η αρχή της συλλογικοποιήσεως των σχέσεων εργασίας που είναι απότοκη της αρχής της κοινωνικής αυτονομίας. Η κοινωνική αυτονομία γίνεται πραγματικότητα μέσα από την ελευθερία των διαπραγματεύσεων και το πεδίο ανάπτυξης της είναι η συλλογικοποίηση. Έτσι δικαιολογείται η μετατόπιση του μεγαλύτερου μέρους των ρυθμίσεων των σχέσεων εργασίας από την ατομική στη συλλογική διαπραγμάτευση και ρύθμιση.

6) Η αρχή της ελευθερίας του συνδικαλισμού, που αναφέρει πως οι επαγγελματικές οργανώσεις των μισθωτών είναι οι φορείς των συλλογικών τους συμφερόντων. Οι εργαζόμενοι έχουν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία να ιδρύουν εργατικά συνδικάτα και να συμμετέχουν ή να απέχουν από αυτά.

7) Η αρχή της κοινωνικής ειρήνης καθώς το εργατικό δίκαιο επιδιώκει την ισορροπία και τη γεφύρωση των χασμάτων μεταξύ των συμφερόντων των εργαζομένων, των συμφερόντων των εργοδοτών και της γενικότερης οικονομίας της χώρας.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως ο εργατολόγος είναι ο κατάλληλος επιστήμονας επί ζητημάτων που άπτονται των εργασιακών σχέσεων καθώς παρακολουθεί την εξέλιξη την εργατικού δικαίου και διαθέτει γνώσεις νομοθεσίας ατομικού και συλλογικού δικαίου εργατικού δικαίου καθώς και της νομολογίας που διαρκώς εξελίσσεται. Ο Δικηγόρος Εργατολόγος Κωνσταντίνος Καμουζής, διαθέτει τόσο την πείρα όσο και την αμεσότητα, ανθρώπινα και με σεβασμό στον εντολέα του σε κάθε βήμα της υπόθεσης.

ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ;

Προγγραματίστε μια ενημερωτική συνεδρία με έναν από τους ειδικούς συμβούλους μας.