Ποινικολόγος Αθήνα – Ποινικό Δίκαιο

Poiniko

Το ποινικό δίκαιο αποτελεί τον κλάδο του Δημοσίου Δικαίου, που προβαίνει σε ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ κρατικών αρχών και πολιτών. Το ποινικό φαινόμενο απαρτίζεται από δύο βασικά στοιχεία, το έγκλημα και τη ποινή και ο ποινικολόγος αποτελεί τον εξειδικευμένο δικηγόρο, που θα συνδράμει τη δικαιοσύνη να λάβει τις σωστές αποφάσεις για τον δράστη ενός εγκλήματος, ώστε να ειρηνεύσει το έννομο αγαθό και να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη.

Γιατί είναι λοιπόν χρήσιμος ο ποινικολόγος, είτε για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου για κάποιο έγκλημα, είτε για την υποστήριξη της κατηγορίας υπέρ του θύματος;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, σίγουρα δε θα μπορούσε να είναι μονοδιάστατη. Πολύ περιεκτικά θα μπορούσε να ειπωθεί είναι πως είναι χρήσιμος, για να διασφαλίσει πως δίδεται η μέγιστη σημασία σε κάθε στοιχείο ή προϋπόθεση του υπό κρίση εγκλήματος, ώστε να σχηματίσει η ποινική δικαιοσύνη μια πληρέστερη εικόνα για το υπό εξέταση συμβάν.

Θα πρέπει λοιπόν να εξετάσει αρχικά, αν πρόκειται για εγκληματική πράξη ή παράλειψη και ειδικότερα αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν εκούσια ή ακούσια. Να διαπιστώσει αν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο και να εξακριβώσει αν πρόκειται για βασικό, προνομιούχο ή διακεκριμένο έγκλημα. Έπειτα, θα πρέπει να εξακριβώσει αν η εγκληματική πράξη είναι άδικη ή όχι. Μια εγκληματική πράξη είναι άδικη όταν επέρχεται προσβολή ενός ή περισσοτέρων ξένων εννόμων αγαθών και δεν υφίσταται λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης. 

Ενδεικτικά, οι λόγοι άρσης του άδικου χαρακτήρα της εγκληματικής πράξης ή της παράλειψης είναι η άμυνα, η κατάσταση ανάγκης, η ενάσκηση δικαιώματος, η διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, η συναίνεση του παθόντος κ.α. Το επόμενο στάδιο είναι, να διαφωτίσει τη δικαιοσύνη για το αν η εγκληματική πράξη ή παράλειψη είναι υποκειμενικά καταλογιστή στο δράστη. Συνήθεις λόγοι αποκλεισμού του καταλογισμού, είναι η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης, καθώς και η κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό.

Υποκείμενη Υπόσταση του Εγκλήματος

Σημαντικό είναι επίσης, να εστιάσει στη λεγόμενη υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που περιλαμβάνει την αξιούμενη από τον νόμο μορφή υπαιτιότητας, η οποία θα είναι δόλος ή αμέλεια. Η υπαιτιότητα δηλαδή ο δόλος ή η αμέλεια του δράστη του εγκλήματος θα πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Σημαντικό είναι να αποσαφηνιστεί, αν υπάρχει κάποιος εξωτερικός όρος του αξιόποινου που είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται έξω από την αντικειμενική υπόσταση και δεν απαιτείται να καλύπτεται από δόλο (δηλαδή γνώση και βούληση) ή αμέλεια του δράστη. 

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ελεγχθεί, αν ενυπάρχει για το υπό εξέταση αδίκημα υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου. Το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου είναι ένα υποκειμενικό στοιχείο που είναι εκτός της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Για το λόγο αυτό γίνεται λόγος εδώ, για τα λεγόμενα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Χαρακτηριστικά τέτοια εγκλήματα είναι αυτά κατά του εννόμου αγαθού της ιδιοκτησίας, στα οποία ο δράστης θα πρέπει να έχει και το σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Πέρα από το σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, υπάρχουν εγκλήματα που έχουν και άλλους σκοπούς επίτευξης ορισμένου παράνομου αποτελέσματος.

Άλλωστε, οι διακρίσεις των εγκλημάτων είναι πολλές και χρειάζονται αντιμετώπιση και ερμηνεία από εξειδικευμένο επιστήμονα. Συγκεκριμένα, τα εγκλήματα διακρίνονται σε κακουργήματα και πλημμελήματα, σε εγκλήματα ενέργειας και εγκλήματα παραλείψεως, σε ουσιαστικά εγκλήματα ή εγκλήματα αποτελέσματος και τυπικά εγκλήματα ή εγκλήματα συμπεριφοράς, σε εγκλήματα βλάβης και εγκλήματα διακινδύνευσης, σε βασικά, προνομιούχα, διακεκριμένα και ιδιώνυμα εγκλήματα, σε εγκλήματα διακρινόμενα εκ του αποτελέσματος, σε στιγμιαία και διαρκή εγκλήματα, σε κοινά και ιδιαίτερα εγκλήματα, σε απλά, πολύπρακτα και σύνθετα εγκλήματα, σε εγκλήματα απλότροπα και πολύτροπα ή μικτά εγκλήματα, σε εγκλήματα αυτεπαγγέλτως και κατ’ έγκληση διωκόμενα καθώς και σε εγκλήματα πολιτικά, κοινά και σύνθετα.

Ποινικολόγος με γνώσεις για υποθέσεις Ποινικού Δικαίου

Ο νομικός που έχει αναλάβει μια υπόθεση ποινικού δικαίου, θα πρέπει να έχει πλήρη γνώση όχι μόνο των γενικών λόγων άρσης του αδίκου που είναι η ενάσκηση δικαιώματος και η εκπλήρωση καθήκοντος, η προσταγή, η άμυνα, η κατάσταση ανάγκης που αίρει το άδικο αλλά να γνωρίζει πλήρως και τους ειδικούς λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης που είναι η συναίνεση του παθόντος, η διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, η δικαιολογημένη παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας, η δικαιολογημένη τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης, οι πράξεις αστυνομικής διείσδυσης σε υποθέσεις σχετικές με ναρκωτικά, η διαφύλαξη ή προστασία δικαιολογημένου συμφέροντος και η δράση υπέρ της ελευθερίας κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 εδ. γ΄του Συντάγματος που αναφέρει πως απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας.

Πέραν όλων αυτών, θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει αναλυτικά τις έννοιες και τις προϋποθέσεις της απόπειρας, τα είδη της συμμετοχής στο έγκλημα που είναι η άμεση ή φυσική αυτουργία, η έμμεση αυτουργία, η ηθική αυτουργία, η συναυτουργία καθώς και τα είδη της συνέργειας που διακρίνεται σε αναγκαία ή άμεση και απλή. Η βαθιά γνώση της κατ’ ιδέαν και πραγματικής συρροής των εγκλημάτων καθώς και της αληθινής και φαινομενικής συρροής εγκλημάτων. Οι αρχές που διέπουν την κατ’ ιδέαν φαινομενική συρροή είναι η αρχή της ειδικότητας, η αρχή της απορρόφησης και η αρχή της επικουρικότητας. Οι αρχές που διέπουν την πραγματική φαινομενική συρροή είναι η αρχή της απορρόφησης, η αρχή της επικουρικότητας, η αρχή της συγχώνευσης και η αρχή της διάζευξης.

Η σημασία των ελαφρυντικών και της απόδειξης αυτών από έμπειρο Δικηγόρο Ποινικολόγο

Καθοριστικής σημασίας είναι η χρήση των ελαφρυντικών περιστάσεων στο δικαστήριο, αν φυσικά συντρέχουν. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως το ότι ο υπαίτιος έζησε μέχρι το χρόνο που τελέστηκε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, πως στην εγκληματική του πράξη δεν ωθήθηκε από ταπεινά ελατήρια αλλά από μεγάλη ένδεια ή βρισκόμενος υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Άλλο ένα ελαφρυντικό είναι η τέλεση της πράξης μετά από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή μετά από συναίσθημα οργής ή βίαιης θλίψης που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. 

Ακόμη μια ελαφρυντική περίσταση είναι το γεγονός πως ο δράστης επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και φυσικά το ελαφρυντικό που σχετίζεται με τη καλή συμπεριφορά του δράστη για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από τη τέλεση της εγκληματικής πράξης του. 

Οι ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 84 ΠΚ αναφέρονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στο νόμο, γεγονός που σημαίνει πως το δικαστήριο δύναται να διαπλάσσει και άλλες, που θα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις. Τονίζεται πως η ποινή μειώνεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο , όταν συντρέχει ελαφρυντική περίσταση.

Συμπερασματικά

Όπως διαπιστώσατε το ποινικό δίκαιο είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και κάθε υπόθεση ποινικού δικαίου χρειάζεται προσεκτικούς χειρισμούς από την αρχή μέχρι το τέλος για αυτό ο ποινικολόγος που θα χειριστεί την υπόθεση σας είναι ο κατάλληλος επιστήμονας, ώστε να διασφαλιστεί πως στη περίπτωση σας έγινε οτιδήποτε ήταν δικονομικά δυνατόν.

ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ;

Προγγραματίστε μια ενημερωτική συνεδρία με έναν από τους ειδικούς συμβούλους μας.